ΒΟΡΕΙΑ ΠΙΝΔΟΣ

Βόρεια Ελλάδα
ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ
296 χλμ.
ΔΙΑΡΚΕΙΑ
7 ημέρες
ΥΨΟΜΕΡΙΚΗ ΑΝΑΒΑΣΗ
5850 μ.
ΚΑΤΑΛΗΛΗ ΕΠΟΧΗ
Καλοκαίρι
ΔΥΣΚΟΛΙΑ
Πολύ δύσκολη
ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Πολύ καλή
ΤΕΧΝΙΚΗ ΔΥΣΚΟΛΙΑ
Εύκολη
ΣΗΜΕΙΟ ΕΚΚΙΝΗΣΗΣ

Κείμενο:

Γ. Κουτρώτσιος

Φωτογραφίες:

Γ. Κουτρώτσιος - Β. Καραλάιος

Ένα ταξίδι στο χρόνο

Η ποδηλασία στη Βόρεια Πίνδο δεν είναι απλώς μια αθλητική δραστηριότητα, αλλά μια ολοκληρωμένη εμπειρία εξερεύνησης της ανέγγιχτης ελληνικής φύσης και μια γνωριμία με την Ελλάδα που χάνεται. Είναι μια διαδρομή που θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη και θα αποτελέσει αφορμή για πολλά ακόμη ποδηλατικά ταξίδια.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Βόρεια Πίνδος, ένας από τους πιο όμορφους και ανέγγιχτους θησαυρούς της Ελλάδας, αποτελεί έναν παράδεισο για τους λάτρεις της φύσης και της περιπέτειας. Εκτεινόμενη από τη Θεσσαλία έως τα ελληνοαλβανικά σύνορα, φιλοξενεί μερικά από τα πιο εντυπωσιακά τοπία της χώρας. Ψηλά βουνά με απόκρημνες πλαγιές και αδιαπέραστα δάση, κρυστάλλινα ποτάμια που στροβιλίζονται σε βαθιές χαράδρες και πολλά άγρια ζώα, συνθέτουν ένα σκηνικό απαράμιλλης ομορφιάς που καθηλώνει τον επισκέπτη από την πρώτη στιγμή.
Η προτεινόμενη διαδρομή είναι μια οδύσσεια στην καρδιά της Πίνδου, διασχίζοντας το αιματοβαμμένο Γράμμο, τις επιβλητικές πλαγιές του Σμόλικα και το καταπράσινο Βόιο. Η πορεία βουτάει στα πράσινα νερά της εντυπωσιακής λίμνης Μουτσάλια και ακολουθεί τον Αλιάκμονα. Στα πυκνά δάση οξιάς, βελανιδιάς και μαύρης πεύκης, οι ποδηλάτες απολαμβάνουν τη δροσερή σκιά και το μελωδικό τραγούδι των πουλιών, καθώς ταξιδεύουν μέσα σε έναν ζωντανό καμβά από χρώματα και αρώματα.
Κάθε στάση της διαδρομής είναι και μια επιστροφή στον χρόνο. Δεκάδες χωριά, χτισμένα με πέτρα και ξύλο, διατηρούν τη δική τους μοναδική ιστορία και παράδοση. Κάθε χωριό είναι ένας μικρόκοσμος που προσφέρει στους ταξιδιώτες την ευκαιρία να ζήσουν την απλότητα και την αρμονία της ζωής στην ελληνική ύπαιθρο. Οι φιλόξενοι κάτοικοι, με τις διηγήσεις τους και τη φιλοξενία τους, προσκαλούν τους επισκέπτες να μοιραστούν στιγμές και να δημιουργήσουν αναμνήσεις που θα μείνουν χαραγμένες για πάντα στη μνήμη τους.
Η ποδηλατική αυτή περιπέτεια στη Βόρεια Πίνδο δεν είναι απλώς μια αθλητική δραστηριότητα. Είναι μια πανδαισία αισθήσεων, μια εμπειρία ζωής που συνδυάζει την εξερεύνηση της ανέγγιχτης ελληνικής φύσης με την ανακάλυψη μιας Ελλάδας που χάνεται στο πέρασμα του χρόνου. Ένα ταξίδι που υπόσχεται να μείνει για πάντα χαραγμένο στην μνήμη, αποτελώντας την αφορμή για πολλά ακόμη ποδηλατικά ταξίδια.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

1η ΜΕΡΑ Στα λημέρια των Βλάχων (Σαμαρίνα – Λυκοράχη 42.2 km ↑ 740m – ↓ 1160m)

Η Σαμαρίνα θεωρείται το ψηλότερο χωριό της Ελλάδας, αλλά και των Βαλκανίων, χτισμένο στις ανατολικές πλαγιές του Σμόλικα σε υψόμετρο 1.450 μέτρων. Το σύνολο των κατοίκων έχει βλάχικες ρίζες και στο παρελθόν ασχολούνταν -όπως όλοι οι Βλάχοι- αποκλειστικά με την κτηνοτροφία. Στη Σαμαρίνα ανέβαιναν στα τέλη της άνοιξης με τα κοπάδια τους από τη Θεσσαλία και παρέμεναν στο χωριό όλο το καλοκαίρι. Ακόμη και σήμερα, τα καλοκαίρια επιστρέφουν όλοι στα πάτρια εδάφη, ζωντανεύοντας το χωριό τους.
Η σκληρότητα των ορεσίβιων κατοίκων και το ανυπότακτο πνεύμα τους οδήγησε πολλούς Σαμαρινιώτες να λάβουν μέρος στην απελευθέρωση από τους Τούρκους. Πολλοί διακρίθηκαν και έμειναν στην ιστορία, όπως ο Μίχος Σαμαρινιώτης και ο περίφημος Καπετάν Αρκούδας (κατά κόσμον Γεώργιος Λεπενιώτης). Η πιο λαμπρή όμως σελίδα της Σαμαρίνας γράφτηκε στη μητρόπολη της Ελευθερίας, το Μεσολόγγι. Ανάμεσα στους πολιορκημένους που άντεξαν για μήνες τις επιθέσεις των Τούρκων ήταν και 120 Σαμαρινιώτες. Ωστόσο, η έλλειψη τροφής και νερού, σε συνδυασμό με τις αρρώστιες, οδήγησε τους επαναστάτες να πάρουν την απόφαση για την ηρωική έξοδο τη νύχτα της 9ης προς 10η Απριλίου του 1826. Οι Σαμαρινιώτες αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή και δέχθηκαν το μεγαλύτερο βάρος της επίθεσης. Από τους 120, μόνο οι 33 κατάφεραν να γυρίσουν πίσω. Προς τιμήν όσων χάθηκαν, τραγουδιέται ακόμη το γνωστό δημοτικό τραγούδι «Παιδιά της Σαμαρίνας», αναφερόμενο στα «λερωμένα» από τα αίματα παιδιά που δεν ξαναείδαν ποτέ τη γενέτειρα τους.
Από τη βορειοδυτική έξοδο της Σαμαρίνας, ακολουθούμε τον ασφαλτόδρομο για τη Φούρκα. Ο δρόμος ανηφορίζει αρχικά για 7 χλμ. ανάμεσα σε αλπικά λιβάδια και βοσκοτόπια, ξεπερνώντας τα 1.700 μέτρα, και στη συνέχεια κατηφορίζει μέσα σε δάσος με οξιές μέχρι το χωριό Φούρκα. Πρόκειται για ένα όμορφο χωριό μέσα στην απλότητά του. Θα συναντήσετε περιποιημένα πέτρινα σπίτια, μια εντυπωσιακή εκκλησία στην πλατεία του χωριού, στενά δρομάκια και καφενεία για να απολαύσετε τον καφέ σας και τοπικά εδέσματα.
Από τη Φούρκα ξεκινά ένας απίθανος κατηφορικός χωματόδρομος μήκους 15 χλμ. μέσα σε πυκνό δρυοδάσος. Στο μέσο της κατηφόρας βρίσκεται η Ι.Μ. Κοιμήσεως της Θεοτόκου (γνωστή ως Παναγιά Κλαδόρμη), η οποία ιδρύθηκε τον 12ο αιώνα. Περιστοιχίζεται από ψηλό τοίχος και στο εσωτερικό του ναού ο επισκέπτης αντικρίζει το επιχρυσωμένο ξύλινο τέμπλο, αγιογραφίες του 16ου αιώνα και χοντρή αλυσίδα στο νάρθηκα, η οποία θυμίζει έναν από τους χριστιανικούς τρόπους θεραπείας των ψυχασθενών. Ο χωματόδρομος καταλήγει στην παλιά εθνική οδό Κοζάνης – Ιωαννίνων και στρίβουμε αριστερά για το Κεφαλοχώρι.
Κάποτε, αυτός ο δρόμος αποτελούσε τον βασικό οδικό άξονα από Ηγουμενίτσα και Ιωάννινα προς Θεσσαλονίκη και τον διέσχιζαν καθημερινά χιλιάδες αυτοκίνητα και φορτηγά. Η κατασκευή όμως της Εγνατίας Οδού τον οδήγησε σιγά σιγά στην εγκατάλειψη, καθιστώντας τον ιδανικό για ποδηλασία. Κινείται στη δεξιά όχθη του ποταμού Σαραντάπορου με τη φαρδιά κοίτη και τα δροσερά νερά, και μετά από 7 χλμ. συναντά το Κεφαλοχώρι. Πρόκειται για ένα καινούργιο χωριό, το οποίο δημιουργήθηκε από κατοίκους της γειτονικής και πλέον εγκαταλειμμένης Λυκοράχης. Εδώ θα βρείτε δύο ταβέρνες («Ο Κώστας» και «Το Σπιτικό»), στις οποίες προτείνουμε να γευματίσετε πριν πάρετε τον ανήφορο για τον τελικό προορισμό της πρώτης μέρας, την εγκαταλειμμένη Λυκοράχη.
Η Λυκοράχη είναι ένα εξ ολοκλήρου πέτρινο χωριό, το οποίο εγκαταλείφθηκε τη δεκαετία του 1970 λόγω κατολισθήσεων και καθιζήσεων του εδάφους. Σήμερα στέκει όρθια η εκκλησία του χωριού, το παλιό σχολείο και ορισμένοι από τους τοίχους των έρημων σπιτιών. Υπάρχει όμως άπλετος χώρος για κατασκήνωση, βρύση με κρύο νερό και παντελής έλλειψη κάθε ανθρώπινης όχλησης. Ό,τι χρειάζεται κανείς για έναν απολαυστικό ύπνο σε αντίσκηνο.

2η ΜΕΡΑ Διάσχιση Γράμμου (Λυκοράχη – Γράμμουστα, 39.5 km ↑ 1310m – ↓ 940m)

Ο Γράμμος είναι το τέταρτο υψηλότερο βουνό της Ελλάδας μετά τον Όλυμπο, τον Σμόλικα και τον Βόρα, με την υψηλότερη κορυφή του, την «Τσούκα Πέτσικ», να φτάνει σε υψόμετρο 2.520 μέτρων. Είναι σκεπασμένος από πυκνά δάση (οξυάς, ελάτης, μαύρης πεύκης) και από αυτόν ξεκινούν πολλά υδάτινα ρεύματα, όπως ο Αλιάκμονας, ο μεγαλύτερος σε μήκος ποταμός της Ελλάδας που πηγάζει σε ελληνικό έδαφος. Στα δάση και τις βουνοκορφές του ζουν σημαντικά θηλαστικά και πτηνά, όπως ο λύκος, η αρκούδα, ο χρυσαετός και ο μαύρος δρυοκολάπτης, καθώς και περισσότερα από 1.000 είδη φυτών.
Παρόλο το πράσινο που τον καλύπτει, ο Γράμμος στον παγκόσμιο χάρτη αποτελεί μια κόκκινη κουκίδα αίματος. Εδώ γράφτηκε η τελευταία πράξη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου (1946-1949), ενός εκ των δύο ιδεολογικών -και όχι αδερφοκτόνων όπως συνηθίζεται να αποκαλούνται- πολέμων που έλαβαν χώρα στην Ευρώπη τον προηγούμενο αιώνα (ο δεύτερος είναι φυσικά ο Ισπανικός εμφύλιος). Ο Δημοκρατικός Στρατός, σε μια λανθασμένη κίνηση τακτικής, συγκεντρώθηκε στον Γράμμο, προσδοκώντας τη βοήθεια της Ρωσίας, η οποία δεν έφτασε ποτέ. Από την άλλη πλευρά, ο Εθνικός Στρατός, εκμεταλλευόμενος τη σημαντική βοήθεια των μεγάλων δυνάμεων και κυρίως των Αμερικανών, σφυροκόπησε ανελέητα τον Γράμμο, οδηγώντας στον θάνατο ή την προσφυγιά χιλιάδες αγωνιστές του ΔΣΕ. Ήταν τέτοια η ένταση των βομβαρδισμών που οι παλιότεροι γνώστες της περιοχής ανέφεραν ότι άλλαξε το σχήμα των κορυφών! Απομεινάρια του εμφυλίου (αμπριά, οχυρώσεις, ακόμη και κουφάρια από βόμβες Ναπάλμ που δοκιμάστηκαν για πρώτη φορά στον Γράμμο) συναντά κανείς ακόμη και σήμερα σε όλο τον όγκο του βουνού.
Ποδηλατώντας λοιπόν στον Γράμμο, κάντε ησυχία, ως φόρο τιμής σε όλους αυτούς που έχυσαν το αίμα τους πολεμώντας για ιδανικά όπως η ελευθερία, η ισότητα και η δικαιοσύνη.
Η δεύτερη μέρα είναι αποκλειστικά χωμάτινη και ίσως η πιο ενδιαφέρουσα της διαδρομής. Ξεκινά από τη Λυκοράχη και ανηφορίζει για 13 χλμ. μέσα από απίθανα δάση ως το διάσελο μεταξύ των κορυφών Κάτω και Πάνω Αρένα, για να ακολουθήσουν δύο κατηφορικά χιλιόμετρα ως τις λίμνες Μουτσάλια. Πρόκειται για ένα από τα ομορφότερα ορεινά υδάτινα οικοσυστήματα της Ελλάδας, ανάμεσα σε ένα πυκνό δάσος οξυάς. Εδώ επιβάλλεται μια μεγάλη στάση για να απολαύσετε το τοπίο και να ξεκουραστείτε. Συνεχίζοντας, με εξαίρεση δύο ανηφορικά χιλιόμετρα, τα υπόλοιπα 18 μέχρι τη διασταύρωση της Γράμμουστας είναι κατηφορικά, σκιερά και απολαυστικά. Περνώντας τη γέφυρα του Αλιάκμονα, ακολουθεί και πάλι ανηφόρα τριών χιλιομέτρων για να προσεγγίσουμε το χωριό Γράμμουστα, οπότε φυλάξτε λίγες δυνάμεις για το τέλος.
Το χωριό Γράμμουστα, στις δόξες του (17ος – 18ος αι.) έφτασε να αριθμεί 15.000 ψυχές, ενώ ερήμωσε τελείως στη διάρκεια του εμφυλίου. Στην πρώτη μας ποδηλατική επίσκεψη στο χωριό το 2003, στέκονταν όρθιοι μονάχα οι δύο από τους τέσσερις τοίχους της κεντρικής εκκλησίας. Τα τελευταία χρόνια, η ίδρυση ενός στρατιωτικού φυλακίου και η κατασκευή μερικών σπιτιών από τους απογόνους των παλαιών κατοίκων, έδωσε ξανά ζωή στο χωριό-φάντασμα. Μεταξύ αυτών κατασκευάστηκε με πολύ μεράκι το ιδιαίτερα καλαίσθητο και φιλόξενο καταφύγιο “Grammos Lodge”, στο οποίο σας προτείνουμε ανεπιφύλακτα να μείνετε και να φάτε αφού προηγουμένως έχετε επικοινωνήσει με το διαχειριστή του (τηλέφωνο επικοινωνίας 694 243 2227).

3η ΜΕΡΑ Στις όχθες του Αλιάκμονα – Γράμμουστα – Κορομηλιά (59.6 km ↑ 690m – ↓ 1340m)

Ο Αλιάκμονας αποτελεί τον μεγαλύτερο σε μήκος ποταμό της Ελλάδας και συντροφεύει το μεγαλύτερο τμήμα της τρίτης ημέρας. Ξεκινώντας από τη Γράμμουστα, ακολουθούμε τον δρόμο από τον οποίο ήρθαμε έως τη γέφυρα του Αλιάκμονα και από εκεί ανηφορίζουμε στον κεντρικό ασφαλτόδρομο προς το Νεστόριο για 4 χλμ. Στο τέλος της ανηφόρας, αφήνουμε τον ασφαλτόδρομο για να “κόψουμε δρόμο” μέσω ενός υπέροχου, κατηφορικού χωματόδρομου μήκους 6,5 χλμ., ο οποίος, μέσα από πυκνή βλάστηση, μας οδηγεί και πάλι στον κεντρικό δρόμο και το χωριό Πεύκος. Ο Πεύκος, όπως και η Γράμμουστα, μαράζωσε μετά τον εμφύλιο, αλλά κάποιοι κάτοικοι επέστρεψαν και διατηρούν λιγοστά πέτρινα σπίτια, τα οποία ξεπηδούν μέσα στην πυκνή βλάστηση. Τα καλοκαίρια λειτουργεί εδώ το καφενείο του συλλόγου Πευκιωτών, ιδανικό σημείο για στάση και ξεκούραση.
Επόμενος σταθμός είναι το Νεστόριο, το οποίο απέχει από τον Πεύκο 17 χλμ. ασφαλτόδρομου. Παρά τον ασφαλτόδρομο, η διαδρομή μέχρι το Νεστόριο μόνο αδιάφορη δεν είναι. Κινείται στην αριστερή όχθη του Αλιάκμονα, έχει ελάχιστη κίνηση, μικρές κλίσεις και είναι πνιγμένη στη βλάστηση. Λίγο πριν το Νεστόριο, θα δείτε χαμηλά τις εγκαταστάσεις του “River Party”. Πρόκειται για το πρώτο και πιο γνωστό υπαίθριο φεστιβάλ της Ελλάδας, το οποίο μετρά 44 χρόνια ζωής και έχει φιλοξενήσει όλα τα γνωστά ονόματα της ελληνικής ροκ και έντεχνης μουσικής. Το Νεστόριο είναι το κεφαλοχώρι της περιοχής, αριθμώντας περίπου 3.000 κατοίκους, έχει όμορφα πέτρινα σπίτια και σοκάκια και θα βρείτε ό,τι χρειάζεστε για να ανακτήσετε δυνάμεις για τη συνέχεια της διαδρομής (καφενεία, ταβέρνες, σούπερ μάρκετ).
Από το Νεστόριο, ακολουθεί ένας “γλυκός” κατηφορικός δρόμος – πάντα στις όχθες του ποταμού – ο οποίος διασχίζει μια κοιλάδα με κάθε είδους καλλιέργεια, περνά κατά σειρά από τα χωριά Καλοχώρι και Μεσοποταμία και καταλήγει στην Κορομηλιά. Η Μεσοποταμία είναι μεγάλο χωριό και υπάρχουν σούπερ μάρκετ για να πάρετε προμήθειες για τις επόμενες δύο ημέρες. Η Κορομηλιά είναι ένα αδιάφορο αρχιτεκτονικά χωριό, αλλά έχει ωραία ταβέρνα, την “Αγιά Σοφιά”, και άπλετο χώρο για κατασκήνωση πίσω από την εκκλησία. Το στολίδι του χωριού όμως είναι το ομώνυμο φαράγγι. Ξεκινά από το πέτρινο γεφύρι της Κορομηλιάς, 1 χλμ. από το χωριό, έχει μήκος 2,5 χλμ. και ύψος που φτάνει τα 70 μέτρα. Περπατιέται εύκολα, καθώς έχει κατασκευαστεί πέτρινο μονοπάτι στις όχθες του, αλλά το καλύτερο σας περιμένει στην επιστροφή. Κάτω από το πέτρινο γεφύρι, έχει κατασκευαστεί ένα μικρό ξύλινο φράγμα που συγκεντρώνει το νερό και μπορείτε να απολαύσετε ένα ιδιαίτερα δροσιστικό μπάνιο!

4η ΜΕΡΑ Τα χωριά της λήθης (Κορομηλιά – Κορέστεια 25.3 km ↑ 380m – ↓ 240m)

Από την Κορομηλιά, βγαίνουμε στον κεντρικό δρόμο και κατευθυνόμαστε βόρεια (δεξιά) προς την περιοχή των Πρεσπών για να εξερευνήσουμε τα πανέμορφα χωριά των Κορεστείων. Ο ασφαλτόδρομος ανηφορίζει απότομα στα πρώτα 3,5 χλμ. για να εξομαλυνθεί στη συνέχεια μέχρι τον τελικό προορισμό. Αυτός ο δρόμος αποτελούσε κάποτε τον βασικό οδικό άξονα που ένωνε την Ελλάδα με την Αλβανία, αλλά σήμερα βλέπει ελάχιστα αυτοκίνητα, κυρίως ντόπιων και τουριστών που κατευθύνονται στις Πρέσπες. Κινείται παράλληλα στον Λαδοπόταμο και περιτριγυρίζεται από πυκνή βλάστηση, κάνοντας την ποδηλασία απολαυστική. Στο πρώτο χώρο στάθμευσης που θα συναντήσετε στα δεξιά σας, αξίζει να σταματήσετε για να θαυμάσετε το μονότοξο, πέτρινο γεφύρι του Δενδροχωρίου (γνωστό και ως Μπερίκι), χτισμένο το 1866, ενώ λίγο παρακάτω συναντάμε μια στρατιωτική μεταλλική γέφυρα, από τις ελάχιστες ενεργές που έχουν απομείνει στη χώρα μας.
Ο πρώτος στόχος της ημέρας είναι ο Νέος Οικισμός ή Κορέστεια, και όπως λέει και το όνομά του, αποτελεί ένα νέο (και άχαρο) χωριό, το οποίο κατασκευάστηκε τη δεκαετία του 1970 με σκοπό να συγκεντρώσει τους κατοίκους της γύρω περιοχής, προσφέροντάς τους όλες τις ανέσεις των τσιμεντένιων σπιτιών. Ήταν η εποχή που σε όλη την Ελλάδα, μαζί με το φιλότιμο, χάθηκε και η αισθητική (θα το διαπιστώσετε όταν αντικρίσετε τα χωριά που εγκατέλειψαν για να μετεγκατασταθούν εδώ). Αν δεν είχε σούπερ μάρκετ, ταβέρνες και καφέ, θα σας λέγαμε να φύγετε γρήγορα, αλλά τέτοιες υπηρεσίες δεν υπάρχουν σε κανένα άλλο χωριό της περιοχής, οπότε «πέφτετε» στην ανάγκη του.
Ο κεντρικός δρόμος διασχίζει το χωριό και συνεχίζει προς τα έρημα χωριά των Κορεστείων. Λίγο έξω από τον Νέο Οικισμό, στρίβουμε δεξιά προς τον “Κρανιώνα”, ο οποίος έχει εγκαταλειφθεί πλήρως, διαθέτει όμως μερικά από τα πιο όμορφα πλινθόκτιστα σπίτια της περιοχής και αξίζει να περιηγηθείτε στα σοκάκια του για να τα απολαύσετε και να τα φωτογραφίσετε όσο ακόμη στέκουν όρθια. Συνεχίζοντας αριστερά στη διχάλα που υπάρχει στο κέντρο του χωριού, ο δρόμος περνάει μια ρεματιά και καταλήγει στον Άνω Κρανιώνα. Εδώ έχουν απομείνει ελάχιστα κτίσματα να θυμίζουν ότι κάποτε υπήρχε χωριό. Υπάρχει όμως μια περιποιημένη εκκλησία με πέργκολα και πηγή με τρεχούμενο νερό και αποτελεί ιδανικό σημείο για να περάσετε το βράδυ (και να πλύνετε τα ρούχα σας, καθώς βρισκόμαστε στο μέσον της διαδρομής).
Αφού λοιπόν ξεφορτώσετε τα υπάρχοντά σας, ετοιμαστείτε για μια επίσκεψη σε ακόμη δύο πλινθόκτιστα χωριά βγαλμένα από κινηματογραφικό σκηνικό, τον Μαυρόκαμπο και τα Χάλαρα.
Η περιοχή, παρόλη την πλούσια ιστορία της, τη φυσική ομορφιά της και τα εντυπωσιακά πλινθόκτιστα κτίσματα, τα οποία αποτελούν μοναδικά μνημεία αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, σπάνια μνημονεύεται σε βιβλία ιστορίας και ταξιδιωτικούς οδηγούς. Το γιατί θα το διαπιστώσετε αν προσπαθήσετε διαβάζοντας να εμβαθύνετε στην ιστορία της περιοχής. Η παρουσία σλαβόφωνων Μακεδόνων σε πολλά από τα χωριά και η ένταξη πολλών εξ’ αυτών στον Δημοκρατικό Στρατό κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, αποτέλεσαν κόκκινο πανί για το επίσημο κράτος. Δεν ταίριαζε, βλέπετε, με την καθαρότητα της φυλής και την εθνικοφροσύνη που ονειρευόταν. Αφού δεν κατάφεραν να τους “εξελληνίσουν”, παρά το ότι διέγραψαν ακόμη και από τις αγιογραφίες και τους τάφους τα σλαβικά ονόματα και τα αντικατέστησαν με ελληνικά, τους οδήγησαν στη μετανάστευση. Πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την ιστορία και την αρχιτεκτονική της περιοχής θα βρείτε στο βιβλίο “Κορέστεια – Τα χωριά της λήθης” του Άγγελου Σινάνη.

5η ΜΕΡΑ Εισαγωγή στο Βόιο (Κορέστεια – Πολυκάστανο 69.3 km ↑ 1180m – ↓ 960m)

Από τον Κρανιώνα παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής προς την Κορομηλιά, ακολουθώντας αντίθετη πορεία από αυτή της προηγούμενης ημέρας. Μετά την Κορομηλιά, συνεχίζουμε στον επαρχιακό δρόμο και αφού περάσουμε τα χωριά Λεύκη και Μανιάκοι, φτάνουμε στο Άργος Ορεστικό, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Νομού Καστοριάς. Το τελευταίο δεν θα σας εκπλήξει με την ομορφιά του, αλλά παρουσιάζει πολύ μεγάλο ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον για τα αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά του ευρήματα και θεωρείται κοιτίδα του αρχαίου Μακεδονικού Βασιλείου. Το Άργος Ορεστικό ήταν η πρωτεύουσα της αρχαίας Ορεστίδος, μιας επαρχίας της Άνω Μακεδονίας. Με βάση τα αρχαιολογικά δεδομένα, ερευνητές ταυτίζουν την πόλη με τα ερείπια που σώζονται στην τοποθεσία «Αρμενοχώρι», που βρίσκεται πολύ κοντά στη σημερινή ομώνυμη κωμόπολη. Στα τέλη του 3ου μ.Χ. αιώνα η πόλη ξαναχτίστηκε από τον Διοκλητιανό, οχυρώθηκε με ισχυρό τείχος και μετονομάστηκε Διοκλητιανούπολη. Στα ευρήματα της περιοχής συγκαταλέγονται τα ίχνη της τραπεζοειδούς οχύρωσης με τους πύργους, ρωμαϊκό κτίσμα, τρεις παλαιοχριστιανικές βασιλικές εκκλησίες, αγροτικές επαύλεις και παλαιοχριστιανικοί τάφοι, κυρίως στη θέση Παραβέλα, όπου διενεργούνται ανασκαφές.
Επόμενος σταθμός της διαδρομής είναι το αγροτικό χωριό Αμμουδάρα, στο οποίο λειτουργεί υδροθεραπευτήριο με 9 ατομικούς λουτήρες, που εκμεταλλεύεται την υδροθειούχο πηγή της περιοχής. Το επόμενο χωριό που συναντάμε ονομάζεται Νόστιμο και σηματοδοτεί την είσοδό μας στον ορεινό όγκο του Βοΐου. Το χωριό έχει γίνει γνωστό για το απολιθωμένο δάσος του, η ηλικία του οποίου υπολογίζεται σε 15-20 εκατομμύρια χρόνια και βρίσκεται 2 χλμ. έξω από το χωριό. Θα δείτε τις πινακίδες πάνω στο δρόμο που οδηγούν στην περιοχή του απολιθωμένου δάσους και αξίζει να τις ακολουθήσετε για να ποδηλατίσετε στις διαδρομές που σχεδιάστηκαν για τους επισκέπτες, αλλά εγκαταλείφθηκαν μαζί με κάποια βοηθητικά κτήρια στο έλεος του Θεού. Τα απολιθώματα, μεταξύ των οποίων κορμοί τροπικών δέντρων, θαλάσσια ασπόνδυλα, ψάρια και θηλαστικά, συγκεντρώθηκαν και εκτίθενται στο Μουσείο Παλαιοντολογίας & Παλαιοβοτανικής στο Νόστιμο.
Μετά το Νόστιμο, ακολουθούμε τον ασφαλτόδρομο που ανηφορίζει ομαλά μέχρι το χωριό Δαμασκηνιά, ένα από τα μεγαλύτερα και πιο όμορφα χωριά του Βοΐου, όπου αξίζει να κάνετε μια στάση σε ένα από τα καφενεία του χωριού. Συνεχίζοντας, κατηφορίζουμε για 5 χλμ. ως το μικρό χωριό Λικνάδες και απομένουν 9 ανηφορικά χλμ. μέσα σε ένα υπέροχο δρυοδάσος μέχρι τον τελικό προορισμό. Ο τερματικός σταθμός της πέμπτης ημέρας, το γραφικό χωριό Πολυκάστανο, επιλέχθηκε μεταξύ άλλων και για γαστρονομικούς λόγους. Εδώ λειτουργεί “Ο Κλέψιος”, μια από τις ωραιότερες ταβέρνες της περιοχής. Αφού τηλεφωνήσετε από την προηγούμενη μέρα για να σιγουρευτείτε ότι λειτουργεί και έχει διαθέσιμο τραπέζι, ζητήστε από τον Αποστόλη να σας ετοιμάσει τις σπεσιαλιτέ του: μπάτζο με αυγά και μανάρι, καθώς και ό,τι άλλο τραβάει η όρεξή σας. Ιδανικό σημείο για να στήσετε τη σκηνή σας μετά το γεύμα αποτελεί η σκιερή αυλή του ναού της Αγίας Παρασκευής, χτισμένη το 1795 με το εντυπωσιακό ξυλόγλυπτο τέμπλο και τις παλιές τοιχογραφίες.

6η ΜΕΡΑ Καστανοχώρια και Μαστοροxώρια (Πολυκάστανο – Δοτσικό 40.1 km ↑ 820m – ↓ 840m)

Το Βόιο αποτελεί ένα βουνό με χαμηλό υψόμετρο, καλυμμένο με πυκνά δάση και πολλά νερά, το οποίο μοιράζεται στους νομούς Κοζάνης, Καστοριάς και Γρεβενών. Διάσπαρτα σε όλο τον όγκο του βουνού βρίσκονται περισσότερα από 85 πετρόκτιστα χωριά και ένα πολύ πυκνό δίκτυο δρόμων και μονοπατιών που τα συνδέει. Οι ορεσίβιοι κάτοικοί τους ασχολούνταν παλιότερα κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ πολλοί από αυτούς ήταν περίφημοι πετράδες και ταξίδευαν σε όλη την Ελλάδα κατασκευάζοντας κτήρια και γεφύρια μοναδικής αρχιτεκτονικής. Μικρά και μεγάλα, όλα τα χωριά μέχρι τη δεκαετία του ’90 έσφυζαν από ζωή. Ιδιαίτερα τα καλοκαίρια, οι αυλές και τα σοκάκια πλημμύριζαν από παιδικές φωνές και ποδοβολητά, ενώ στις πλατείες και στα καφενεία άκουγες ακόμη διηγήσεις από τις δύσκολες περιόδους της κατοχής και του εμφυλίου. Η παντελής έλλειψη κρατικής μέριμνας για υποδομές και κυρίως για θέσεις εργασίας σε τούτο τον τόπο – όπως και σε όλη την ορεινή Ελλάδα – οδήγησε τους περισσότερους κατοίκους στα αστικά κέντρα. Τα τελευταία 20 χρόνια τα χωριά του Βοΐου ερήμωσαν. Τα καφενεία – σημεία αναφοράς για κάθε χωριό – δεν μπορούν πλέον να συντηρηθούν και κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Έμειναν οι γέροι να «φυλάνε Θερμοπύλες» και να κοιτούν από το παράθυρο τον χρόνο να περνά νωχελικά, περιμένοντας τον τελευταίο που θα κλείσει την πόρτα του χωριού μια για πάντα. Ευτυχώς, η τελευταία γενιά που μεγάλωσε σε τούτα τα μέρη, συνταξιούχοι πλέον, έρχονται τα καλοκαίρια, δίνοντας στα χωριά λίγη από τη χαμένη τους αίγλη και στους ελάχιστους επισκέπτες τη δυνατότητα να ακούσουν ιστορίες που χάνονται στον χρόνο. Όσο λοιπόν προλαβαίνετε, επισκεφτείτε τούτα τα μέρη, πριν μεταμορφωθούν σε χωριά-φαντάσματα.
Με αφετηρία το Πολυκάστανο, ποδηλατούμε σε ράχη με υπέροχη θέα, εισερχόμενοι όλο και περισσότερο στην καρδιά του Βοΐου. Περνάμε έξω από το μικρό χωριό Δάφνη των 30 κατοίκων και μετά από 9 χλμ. ασφαλτόδρομου φτάνουμε στον Αυγερινό, ένα από τα πιο φημισμένα χωριά του Βοΐου. Το χωριό βρίσκεται σε αυτή τη θέση περισσότερα από 500 χρόνια και μέχρι την κατοχή αριθμούσε πάνω από 1.000 κατοίκους, αποτελώντας το κεφαλοχώρι της περιοχής. Το χωριό έχει κατά κύριο λόγο πέτρινα σπίτια, ωραία σοκάκια και μια τεράστια πλατεία για να ξαποστάσετε. Από εδώ ξεκινάει μια απολαυστική χωμάτινη κατάβαση 8 χλμ. μέσα σε πυκνό δρυοδάσος μέχρι το χωριό Μόρφη των 15 μόνιμων κατοίκων. Στη συνέχεια, κινούμαστε πάλι σε ασφαλτόδρομο, αφήνουμε στα δεξιά μας τα χωριά Αγία Σωτήρα και Δίλοφο και φτάνουμε στο Δασύλιο. Στο χωριό ζουν πλέον μόνο 7 άτομα τον χειμώνα, αλλά το καφενείο του χωριού είναι καθημερινά ανοιχτό. Αξίζει να το επισκεφτείτε όχι τόσο για να φάτε και να πιείτε, αλλά για να νιώσετε τι σημαίνει φιλοξενία!
1,5 χλμ. μετά το χωριό, στη δεύτερη αριστερή φουρκέτα, αφήνετε τον ασφαλτόδρομο και μπαίνετε στο πιο ενδιαφέρον κομμάτι της διαδρομής. Πρόκειται για έναν χωματόδρομο τον οποίο περισσότερο χρησιμοποιούν οι αρκούδες (όπως θα διαπιστώσετε από τις πατημασιές τους) και λιγότερο οι άνθρωποι. Κινείται στο πλάι μιας δροσερής ρεματιάς, ιδανικής για μπάνιο, με εντυπωσιακούς βράχινους σχηματισμούς και ανηφορίζει γλυκά μέχρι τον τελικό προορισμό της σημερινής ημέρας, το χωριό Δοτσικό.

7η ΜΕΡΑ Το τέλος…(Δοτσικό – Σαμαρίνα 20.4 km ↑ 720m – ↓ 380m)

Το Δοτσικό είναι το βορειότερο και ένα από τα πιο όμορφα χωριά του νομού Γρεβενών. Χαρακτηριστικό αξιοθέατο του χωριού είναι το εντυπωσιακό τοξωτό πέτρινο γεφύρι, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο του και χτίστηκε το 1804 από τοπικούς πετράδες. Το γεφύρι ενώνει τους δύο μαχαλάδες του χωριού και αποτελεί σημαντικό σημείο αναφοράς για τους κατοίκους και τους επισκέπτες. Παρόλο που το Δοτσικό φιλοξενεί μόλις επτά μόνιμους κατοίκους κατά τη διάρκεια του χειμώνα, προσελκύει αρκετούς επισκέπτες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Εξαιτίας αυτού, λειτουργούν μόνιμα καφενεία και ταβέρνες, τις οποίες αξίζει να επισκεφθείτε.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, το Δοτσικό αποτέλεσε το σκηνικό για πολλά γυρίσματα της ταινίας του Θεόδωρου Αγγελόπουλου «Μεγαλέξανδρος», η οποία απέσπασε, μεταξύ άλλων, το Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου χειμώνα, το χωριό μεταμορφώθηκε για τις ανάγκες της ταινίας, με πολλούς κατοίκους των Γρεβενών να συμμετέχουν ανιδιοτελώς, είτε ως κομπάρσοι είτε με μικρούς ρόλους.
Αφήνοντας το Δοτσικό κινούμαστε δυτικά (αριστερά) στον κεντρικό ασφαλτόδρομο Γρεβενών – Σαμαρίνας, ακολουθώντας τον ασφαλτόδρομο για 7 χλμ. Στο τέλος της κατηφόρας, στη μεγάλη διασταύρωση, στρίβουμε αριστερά σε έναν φαρδύ και καλοδιατηρημένο χωματόδρομο. Αυτός ο δρόμος ανηφορίζει έως τα 1600 μ., περνά μέσα από πυκνά δάση και ρεματιές, περνά από αρκετά μαντριά και καταλήγει στη Σαμαρίνα, ολοκληρώνοντας μια μαγευτική περιήγηση στα βουνά της Βόρειας Πίνδου.

Άσφαλτος
Χωματόδρομος
Χωματόδρομος Κακής Βατότητας
Μονοπάτι

296 χλμ.

ΑΣΦΑΛΤΟΣ

170χλμ.

XΩΜΑΤΟΔΡΟΜΟΣ

116χλμ.

ΧΩΜ. ΚΑΚΗΣ ΒΑΤΟΤΗΤΑΣ

10χλμ.

ΜΟΝΟΠΑΤΙ

χλμ.

296 χλμ.

ΑΣΦΑΛΤΟΣ

170χλμ.

XΩΜΑΤΟΔΡΟΜΟΣ

116χλμ.

ΧΩΜ. ΚΑΚΗΣ ΒΑΤΟΤΗΤΑΣ

10χλμ.

ΜΟΝΟΠΑΤΙ

χλμ.

ΑΣΦΑΛΤΟΣ

170χλμ.

ΧΩΜ. ΚΑΚΗΣ ΒΑΤΟΤΗΤΑΣ

10χλμ.

XΩΜΑΤΟΔΡΟΜΟΣ

116χλμ.

ΜΟΝΟΠΑΤΙ

χλμ.
  • ΦΑΓΗΤΟ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΝΗ
\
ΦΑΓΗΤΟ

Έχει προβλεφθεί σε όλα τα σημεία διανυκτέρευσης να υπάρχει ταβέρνα ώστε να μειωθεί ο όγκος των αποσκευών (μαγειρικά σκεύη, φαγητά κλπ.). Εξαίρεση αποτελεί η 1η διανυκτέρευση στο εγκαταλελειμμένο χωριό Λυκοράχη. Δυνατότητα για φαγητό υπάρχει στο προηγούμενο χωριό (Κεφαλοχώρι). Προτείνουμε να επικοινωνείτε από την προηγούμενη ημέρα τηλεφωνικά με τις ταβέρνες για να επιβεβαιώνεται ότι είναι ανοιχτές.

Απαραίτητο είναι να έχουμε μαζί μας υλικά για πρωινό, σνακ για τη διαδρομή και ηλεκτρολύτες.

Οι διαθέσιμες ταβέρνες στα σημεία διανυκτέρευσης είναι οι ακόλουθες:

1η μέρα: Κεφαλοχώρι
Ξενώνας – Ταβέρνα “Φασουλής” Τηλέφωνο:26550 81481
Ταβέρνα “Το σπιτικό” Τηλέφωνο:26550 81451

2η μέρα: Γράμμουστα
Καταφύγιο Grammos Lodge Τηλέφωνο 694 243 2227

3η μέρα: Κορομηλιά
Ταβέρνα “Αγία Σοφιά” Τηλέφωνο: 24670 80431

4η μέρα: Κορέστεια
Ξενώνας – Ψησταριά “Τρόικα Τηλέφωνο: 24670 33017

5η μέρα: Πολυκάστανο
Ταβέρνα “Κλέψιος” Τηλέφωνο: 24680 32168

6η μέρα: Δοτσικό
Ταβέρνα “Το ωραίο Δοτσικό” Τηλέφωνο: 24620 85046

\
ΔΙΑΜΟΝΗ

Κατά την καταγραφή της διαδρομής η διαμονή έγινε σε αντίσκηνα, με εξαίρεση τη δεύτερη μέρα που διανυκτερεύσαμε στο “Grammos Lodge”. Σε ορισμένα από τα χωριά που διανυκτερεύσαμε ή κοντά σε αυτά, υπάρχουν διαθέσιμοι ξενώνες οι οποίοι παρατίθενται στη συνέχεια:

1η μέρα Κεφαλοχώρι (6 χλμ. από τη Λυκοράχη)
Ξενώνας – Ταβέρνα “Φασουλής” Τηλέφωνο:26550 81481

2η μέρα: Γράμμουστα
Καταφύγιο “Grammos Lodge” Τηλέφωνο 694 243 2227

3η μέρα: Μανιάκοι (7 χλμ. από την Κορομυλιά)
“Elanthi Hostel” Τηλέφωνο 24670 82885
Diamond River Hotel & Spa Τηλέφωνο 24670 81200

4η μέρα: Κορέστεια
Ξενώνας – Ψησταριά “Τρόικα” Τηλέφωνο: 24670 33017

5η μέρα: Αυγερινός (8,6 χλμ από το Πολυκάστανο)
“Guest House Ilektra” Τηλέφωνο: 24680 71296

6η μέρα: Δοτσικό
Ξενώνας “Πέτρινο Γεφύρι” Τηλέφωνο 24620 81848